Ως επιτραπέζια ελιά ορίζεται ο υγιής καρπός ενός ελαιόδεντρου ο οποίος έχει υποστεί την αρμόζουσα διαδικασία συγκομιδής και την κατάλληλη επεξεργασία ώστε να καταστεί βρώσιμος.
Οι καρποί των ελαιοδέντρων που προορίζονται για επιτραπέζια χρήση, προέρχονται από ποικιλίες που διακρίνονται για την παραγωγή ελιών των οποίων ο όγκος, το σχήμα, η σάρκα, η γεύση καθώς επίσης και η ευκολία αποσύνδεσης τους από το κουκούτσι, τους καθιστούν κατάλληλους για επεξεργασία.
Κάθε μέθοδος επεξεργασίας του καρπού ο οποίος προορίζεται για επιτραπέζια χρήση, στοχεύει στην απομάκρυνση της ελευρωπαΐνης, η οποία είναι διακριτή στον καρπό, καθώς έχει μια έντονα πικρή γεύση, χαρακτηριστικό που κάνει αδύνατη την κατανάλωσή του απευθείας από το δέντρο.
Οι επιτραπέζιες ελιές έχουν 10 φορές περισσότερα αντιοξειδωτικά από το ελαιόλαδο.
Περιέχουν σημαντικές ποσότητες βιταμίνης Α και Ε, οι οποίες σε συνδυασμό συμβάλλουν στην καλή υγεία του δέρματος.
Σε μικρότερες ποσότητες περιέχουν βιταμίνες Β1, Β6 και Β12 οι οποίες
βελτιώνουν την λειτουργία του νευρικού συστήματος και ενισχύουν το
μεταβολισμό.
Οι επιτραπέζιες ελιές είναι πλούσιες σε φαινολικές ενώσεις που βοηθούν τη λειτουργία της καρδιάς και στην πρόληψη του καρκίνου και σε ιχνοστοιχεία όπως σίδηρο, φώσφορο, ασβέστιο και κάλιο. Ο σίδηρος είναι απαραίτητος για την καλή κατάσταση του αίματος, ο φώσφορος και το ασβέστιο είναι απαραίτητα για γερά οστά και δόντια και το κάλιο για την καλή λειτουργία της καρδιάς.
Τέλος τα μονοακόρεστα λιπαρά οξέα και οι τοκοφερόλες που περιέχονται
στην επιτραπέζια ελιά έχουν αντιοξειδωτικές ιδιότητες, προσφέροντας προστασία από
καρδιαγγειακά νοσήματα, εγκεφαλικά και καρκίνο.